• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
queue nUK (line of waiting people, vehicles)ουρά ουσ θηλ
 (περιμένω στη)σειρά ουσ θηλ
 There were long queues at the supermarket checkout.
 Είχε μεγάλη ουρά στα ταμεία του σούπερ μάρκετ.
queue (UK),
wait in line (US),
wait on line (US,
regional)
vi
UK (wait in a line of people, vehicles)στέκομαι στην ουρά, στέκομαι στη σειρά περίφρ
 (καθομιλουμένη)στήνομαι στην ουρά, στήνομαι στη σειρά περίφρ
 (συγκεντρώνομαι)σχηματίζω ουρά περίφρ
 People were queuing outside the shop at 5 am on the day of the sale.
 Την ημέρα των εκπτώσεων ο κόσμος στεκόταν στην ουρά (or: στη σειρά) έξω από το κατάστημα από τις 5 το πρωί.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η προσέλευση των καλεσμένων στον γάμο ήταν τόσο μεγάλη που τα αυτοκίνητα σχημάτιζαν ουρά έξω από την εκκλησία.
queue n(backlog of documents to be printed)ουρά ουσ θηλ
  ουρά εκτύπωσης φρ ως ουσ θηλ
 I'm afraid your document is last in the queue.
 Φοβάμαι πως το έγγραφό σας είναι τελευταίο στην ουρά εκτύπωσης.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
queue up vi phrasalinformal, UK (wait in line)περιμένω στην ουρά περίφρ
 You'll have to queue up and wait your turn like everybody else.
 Πρέπει να περιμένετε στην ουρά τη σειρά σας, όπως όλοι οι άλλοι.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cut in line (US),
jump the queue (UK)
v expr
informal (go in front of others waiting)χώνομαι μπροστά από περίφρ
 (μεταφορικά)πηδάω την ουρά έκφρ
  παίρνω τη θέση κάποιου στην ουρά περίφρ
 I get annoyed when people cut in line in front of me.
hair queue nUS (single braid of hair down back)μακριά κοτσίδα επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
join the queue v exprUK (wait in line)μπαίνω στην ουρά εκφρ
print queue n(backlog of documents to be printed)ουρά εκτύπωσης φρ ως ουσ θηλ
 Alice checked the print queue to see how long she might have to wait for her document.
queue-jump viUK, informal (go in front of others waiting)προσπερνώ την ουρά έκφρ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)πηδάω την ουρά έκφρ
queue-jump viUK, figurative, informal (receive unfair advantage)παίρνω άδικο προβάδισμα έκφρ
queue-jumper nUK, informal (person who cuts in line)αυτός που χώνεται μπροστά σε μια ουρά περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση queueing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «queueing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!