| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| stack n | (pile) | στοίβα ουσ θηλ |
| | (καθομ: όμοια πράγματα) | ντάνα ουσ θηλ |
| | There was a stack of papers on the teacher's desk, waiting to be marked. |
| | Πάνω στο γραφείο του δασκάλου υπήρχε μια στοίβα γραπτών που περίμεναν να βαθμολογηθούν. |
| stack [sth] on [sth] vtr + prep | (pile up) | στοιβάζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ |
| | | στοιβάζω κτ πάνω σε κτ περίφρ |
| | (καθομ: όμοια πράγματα) | ντανιάζω ρ μ |
| | Alison stacked the books on the table. |
| | Η Άλισον στοίβασε τα βιβλία στο τραπέζι. |
| | Η Άλισον στοίβασε τα βιβλία πάνω στο τραπέζι. |
| stack [sth]⇒ vtr | (shelves: fill) | γεμίζω ρ μ |
| | The supermarket employee was stacking the shelves when Simon asked him which aisle the chocolate was in. |
| | Ο υπάλληλος του σούπερ μάρκετ γέμιζε τα ράφια, όταν ο Σάιμον τον ρώτησε σε ποιον διάδρομο ήταν οι σοκολάτες. |
| stack [sth] with [sth] vtr + prep | (shelves: fill with [sth]) (ράφι με προϊόντα) | γεμίζω κτ με κτ ρ μ + πρόθ |
| | (προϊόντα σε ράφι) | βάζω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ |
| | Maria was stacking the shelves with tins of beans. |
| | Η Μαρία γέμιζε τα ράφια με κονσέρβες φασολιών. |
| a stack of [sth] n | figurative, informal (large quantity) (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | ένας σωρός έκφρ |
| | I have a stack of work to do this week. |
| | Έχω ένα σωρό δουλειά να κάνω αυτήν την εβδομάδα. |
stacks, stacks of [sth] npl | figurative, informal (large quantity) (καθομιλουμένη, μεταφορικά) | ένας σωρός έκφρ |
| | The teenager complained his teacher had given him stacks of homework to do. |
| | Ο έφηβος παραπονέθηκε ότι ο καθηγητής του τού είχε δώσει ένα σωρό εργασίες για το σπίτι. |
| stacks npl | (library shelves) | ράφια ουσ ουδ πλ |
| | Graduate students can go into the stacks to find their own books; undergraduates should ask library staff for assistance. |
| | Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές μπορούν να πηγαίνουν στα ράφια για να βρουν τα βιβλία τους. Οι προπτυχιακοί πρέπει να ζητάνε βοήθεια από το προσωπικό της βιβλιοθήκης. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
stack, chimney stack n | abbreviation, informal (smokestack) | καπνοδόχος, καμινάδα ουσ θηλ |
| | (καθομ: εργοστάσιο) | φουγάρο ουσ ουδ |
| | Lydia looked at the tall stacks emerging from the building's roof. |
| stack n | (pile of hay, straw, etc.) | σωρός ουσ αρσ |
| | The fields were dotted with stacks of hay. |
| stack [sth] against [sb] vtr + prep | figurative, often passive (weight [sth] unfairly) (οι πιθανότητες) | δεν είμαι με το μέρος κάποιου έκφρ |
| | He realised sadly that the odds were stacked against him. |