• WordReference

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
unlined adj(paper: without ruled lines)αρίγωτος επίθ
  χωρίς γραμμές, χωρίς ρίγες περίφρ
 The child was drawing a picture on an unlined piece of paper.
unlined adj(face: without wrinkles)αρυτίδωτος επίθ
 Anna's unlined face made her look younger than her real age.
unlined adj(garment: without inner lining)μη φοδραρισμένος περίφρ
  χωρίς φόδρα περίφρ
 The jacket is unlined and loose-fitting.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση unlined στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «unlined».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!