tithe

UK:**UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtaɪð/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/taɪð/ ,USA pronunciation: respelling(tīᵺ)

Inflections of 'tithe' (v): (⇒ conjugate)
tithes
v 3rd person singular
tithing
v pres p
tithed
v past
tithed
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
tithe nhistorical (tax) (ιστορικό: φόρος)δεκάτη ουσ θηλ
 King Herod required all of his subjects to pay tithe.
tithe [sth] vtr(give tenth of income to charity, church) (σε σκοπό)συνεισφέρω ρ μ
 (σε κάποιον/κάτι)προσφέρω ρ μ
 (απόλυτη ακρίβεια)προσφέρω το ένα δέκατο του εισοδήματός μου έκφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς δεν προσδιορίζεται το ποσό που προσφέρεται.
 My uncle tithes his salary to the Pentecostal church.
tithe n(portion of income given to charity, church)φιλανθρωπική συνεισφορά, φιλανθρωπική προσφορά επίθ + ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς δεν προσδιορίζεται το ποσό που προσφέρεται.
 Johanna thinks that $100 is enough tithe for one month.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση tithe στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «tithe».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!