| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| tithe n | historical (tax) (ιστορικό: φόρος) | δεκάτη ουσ θηλ |
| | King Herod required all of his subjects to pay tithe. |
| tithe [sth]⇒ vtr | (give tenth of income to charity, church) (σε σκοπό) | συνεισφέρω ρ μ |
| | (σε κάποιον/κάτι) | προσφέρω ρ μ |
| | (απόλυτη ακρίβεια) | προσφέρω το ένα δέκατο του εισοδήματός μου έκφρ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς δεν προσδιορίζεται το ποσό που προσφέρεται. |
| | My uncle tithes his salary to the Pentecostal church. |
| tithe n | (portion of income given to charity, church) | φιλανθρωπική συνεισφορά, φιλανθρωπική προσφορά επίθ + ουσ θηλ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία καθώς δεν προσδιορίζεται το ποσό που προσφέρεται. |
| | Johanna thinks that $100 is enough tithe for one month. |