• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: feigned, feign

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
feigned adj(faked, insincere)ψεύτικος, ανειλικρινής επίθ
 'Is that so?' asked Diane, raising an eyebrow in feigned interest.
feigned adj(fictitious)ψεύτικος, πλαστός επίθ
 When the police made further inquiries, it became clear the man had given them a feigned address.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
feigned adjobsolete (disguised)παραποιημένος μτχ πρκ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
feign [sth] vtr(fake, pretend)προσποιούμαι, παριστάνω ρ μ
 (καθομιλουμένη, μτφ)κάνω, παίζω ρ μ
  το παίζω έκφρ
 Marcus feigned innocence when Jackie asked who had eaten all of the cookies.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'feigned' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση feigned στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «feigned».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!