• WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
diffuser,
diffusor
n
([sb/sth] that diffuses)διαχύτης, διαχυτής ουσ αρσ
 (μεταφορικά για άτομα)μεταδότης, μεταδότρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 (άτομο)αυτός που μεταδίδει περίφρ
diffuser n(vaporizing device)συσκευή αρωματοθεραπείας φρ ως ουσ θηλ
diffuser,
diffusor
n
(pressure duct)διαχυτήρας ουσ αρσ
 The contractor installed diffusers throughout the building.
diffuser,
diffusor
n
(hairdryer part)φυσούνα ουσ θηλ
 If you have curly hair you should try using a diffuser to dry it.
diffuser,
diffusor
n
(photography: light spreader)ανακλαστήρας διάχυσης φρ ως ουσ αρσ
 The photographer used a diffuser to caste a soft light on his subject.
diffuser,
diffusor
n
(loudspeaker part)διαχύτης ουσ αρσ
 Diffusers are used to jumble the reflection of sound waves at certain frequencies.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση diffuser στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «diffuser».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!