• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: decayed, decay

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
decayed adj(rotted, decomposed)σάπιος επίθ
  σε αποσύνθεση περίφρ
 The dentist repaired my decayed teeth with numerous fillings.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
decay n(rot)σήψη ουσ θηλ
  σάπισμα ουσ ουδ
 You could see the decay in the wood.
 Το σάπισμα του ξύλου ήταν εμφανές.
decay nfigurative (decline) (μεταφορικά)παρακμή, πτώση, αποσάθρωση ουσ θηλ
 Older people often believe there has been a decay in morals since they were young.
 Οι ηλικιωμένοι πιστεύουν πως έχει σημειωθεί παρακμή των ηθών από την εποχή που ήταν νέοι.
decay vi(decompose, rot)σαπίζω ρ αμ
  αποσυντίθεμαι ρ αμ
 The tree began to decay soon after it was cut down.
 Το δέντρο άρχισε να σαπίζει λίγο μετά την κοπή του.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
decay vifigurative (deteriorate)παρακμάζω, χειροτερεύω ρ αμ
  φθίνω ρ αμ
 (μεταφορικά)μαραζώνω ρ αμ
 The public transport system in rural areas has been decaying for years.
decay [sth] vtr(cause to rot)κάνω κτ να σαπίσει περίφρ
  κάνω κτ να αποσυντεθεί περίφρ
  οδηγώ κτ στην αποσύνθεση περίφρ
 Sugary foods and drinks will decay your teeth.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
decay | decayed
ΑγγλικάΕλληνικά
alpha decay n(physics: radioactive decay) (φυσική)διάσπαση άλφα επίθ + ουσ θηλ
beta decay n(physics: beta particle emission)διάσπαση βήτα φρ ως ουσ θηλ
decay time,
mean life
n
(radioactivity: rate of decay)χρόνος διάσπασης φρ ως ουσ αρσ
 The decay time of Carbon is used in Carbon Dating to find out how old artifacts are.
radioactive decay n(nuclear disintegration)ραδιενεργός διάσπαση επίθ + ουσ θηλ
tooth decay n(dental rot)τερηδόνα ουσ θηλ
 There are many dental hygiene products available to prevent tooth decay.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'decayed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση decayed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «decayed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!