• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
construct [sth] vtr(build)φτιάχνω ρ μ
 (με εργαλεία, μηχανήματα)κατασκευάζω ρ μ
 (κτήρια)χτίζω ρ μ
 The city plans to construct a new community center.
 Ο δήμος σχεδιάζει να χτίσει ένα νέο κοινοτικό κέντρο.
construct [sth] vtr(create, form)δομώ ρ μ
  φτιάχνω ρ μ
  κατασκευάζω ρ μ
 The students learned how to construct effective sentences.
construct n([sth] built)κατασκευή ουσ θηλ
construct n([sth] artificial)κατασκεύασμα ουσ ουδ
 Traditionally, sex is seen as biological and immutable, whereas gender is a construct.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
construct n(sentence, etc.)δομή ουσ θηλ
 Certain sentence constructs can be more effective for persuasion than others.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
construct validity n(test: measure of validity) (επίσημο)εγκυρότητα εννοιολογικής κατασκευής φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση constructer στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «constructer».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!