• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Ο όρος 'commandingly' παραπέμπει στον όρο ''commandingly''. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'commandingly' is cross-referenced with ''commandingly''. It is in one or more of the lines below.
Σε αυτή τη σελίδα: commanding, cmdg., command

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
commanding adj(impressive, imposing)επιβλητικός επίθ
 Richard is not very tall, but he has a commanding presence.
commanding adj(officer: in charge)υπεύθυνος επίθ
 Go see your commanding officer for your new assignment.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cmdg.,
cmdg
adj
written, abbreviation (commanding)υπεύθυνος επίθ
  αρμόδιος επίθ
 Please address queries to the chief cmdg. officer.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
command n(order)εντολή ουσ θηλ
  διαταγή, προσταγή ουσ θηλ
 The general gave his troops a command to retreat.
command nuncountable (leadership)έλεγχος ουσ αρσ
  διοίκηση, ηγεσία ουσ θηλ
  κυβέρνηση ουσ θηλ
 He turned over command of his ship to the new captain.
 Παρέδωσε τον έλεγχο του πλοίου του στον νέο καπετάνιο.
command nuncountable (control)έλεγχος ουσ αρσ
 The poor woman has lost command of her senses.
 Η καϋμένη γυναίκα έχει χάσει τον έλεγχο των αισθήσεών της.
command n(expertise)γνώση ουσ θηλ
 Alec has complete command of that programming language.
 Ο Άλεκ έχει πλήρη γνώση αυτής της υπολογιστικής γλώσσας.
command n(computing: instruction)εντολή ουσ θηλ
 Use the command Ctrl+C to copy the text.
command [sb/sth] vtr(be in charge)διοικώ ρ μ
 (με γενική)είμαι επικεφαλής, έχω τον έλεγχο ρ έκφρ
 (μεταφορικά: σε κτ)έχω το γενικό πρόσταγμα ρ έκφρ
 Johnson commands our platoon.
 Ο Τζόνσον διοικεί τη διμοιρία μας.
command [sb] to do [sth] v expr(order to do) (κπ να κάνει κτ)διατάζω ρ μ
  προστάζω ρ μ
 (σε κπ να κάνει κτ)δίνω εντολή περίφρ
 The general commanded the troops to attack.
 Ο στρατηγός διέταξε τα στρατεύματα να επιτεθούν.
command [sth] vtr(military: give orders)διατάζω ρ μ
 (για κάτι)δίνω εντολή περίφρ
 The president commanded an attack on the enemy.
 Ο πρόεδρος διέταξε μια επίθεση κατά του εχθρού.
command [sth] vtrfigurative (respect, attention: attract) (μεταφορικά)επιβάλλω, προστάζω ρ μ
 (λόγιος)επιτάσσω ρ μ
 (καθομιλουμένη)τραβάω, τραβώ ρ μ
  κερδίζω ρ μ
 He is a tall, imposing figure who commands attention.
 Είναι ένας ψηλός, επιβλητικός άντρας που τραβάει την προσοχή.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
command adj(done on command, requested)κατόπιν εντολής, κατόπιν αιτήματος έκφρ
 The choir is giving a command performance for the queen.
command n(computing: instruction)εντολή ουσ θηλ
 In computer programming, a command means telling the computer to do something.
command n(position)μη διαθέσιμη μετάφραση
 The army laid siege to the town on the command of the king.
command nUK (royal invitation)βασιλική πρόσκληση επίθ + ουσ θηλ
command [sth] vtr(overlook from height)βλέπω ρ μ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
commanding | command | cmdg.
ΑγγλικάΕλληνικά
CO nabbreviation (military: commanding officer)διοικητής, διοικήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Go see your CO for you new assignment.
commanding officer n(military: officer in charge)διοικητής ουσ αρσ/θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση commandingly στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «commandingly».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!